Η ντροπή που δεν λέει «έκανα κάτι», αλλά «είμαι κάτι»
- panagiotabounti
- 30 Ιουν
- διαβάστηκε 2 λεπτά
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου όπου η ντροπή δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα δυσάρεστο συναίσθημα για κάτι που συνέβη. Δεν είναι μόνο η σκέψη «έκανα ένα λάθος». Είναι κάτι βαθύτερο: μια αίσθηση ότι ολόκληρος ο εαυτός εκτίθεται μπροστά στο βλέμμα του άλλου.
Αυτό είναι η διαφορά ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή.
Η ενοχή αφορά μια πράξη:
«Έκανα κάτι που δεν συμφωνεί με τις αξίες μου».
Η ντροπή αφορά την ταυτότητα:
«Κάτι δεν πάει καλά με εμένα».
Και όταν η ντροπή έχει ριζώσει βαθιά, συχνά δεν εμφανίζεται μόνο στις μεγάλες στιγμές της ζωής.
Μπορεί να ενεργοποιείται κάθε φορά που κάποιος νιώθει ότι τον βλέπουν, τον κρίνουν ή αποκαλύπτεται κάτι προσωπικό για εκείνον.
Πολλές φορές η αρχή αυτής της εμπειρίας βρίσκεται πολύ νωρίς. Σε στιγμές όπου ένα παιδί ένιωσε εκτεθειμένο, μόνο, αμήχανο ή χωρίς την προστασία που χρειαζόταν. Το παιδί μπορεί να μην έχει τότε τα λόγια για να ζητήσει βοήθεια ή να εκφράσει το πόσο ευάλωτο νιώθει.
Μπορεί όμως να μείνει μέσα του ένα άλλο μήνυμα:
«Όταν φαίνομαι, κινδυνεύω».
Και αυτό το μήνυμα μπορεί αργότερα να επηρεάσει τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, με το σώμα του, με την οικειότητα και με τα προσωπικά του όρια.
Τα όρια συχνά τα φανταζόμαστε ως απαγορεύσεις:
«μέχρι εδώ», «μην κάνεις αυτό», «μην αφήνεις τους άλλους να πλησιάσουν».
Όμως τα υγιή όρια δεν είναι τοίχοι. Είναι ένας τρόπος να λέω:
«Ξέρω πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος».
Ένα άτομο που έχει μάθει να ζει με έντονη ντροπή μπορεί κάποιες φορές να μπερδέψει την έκθεση με την εγγύτητα.
Να αναζητήσει το βλέμμα του άλλου όχι επειδή αισθάνεται πραγματικά ασφαλές, αλλά επειδή προσπαθεί να θεραπεύσει μια παλιά πληγή: την ανάγκη να αποδειχθεί ότι αξίζει.
Η θεραπευτική δουλειά δεν είναι να εξαφανίσει τη ντροπή.
Στοχοσ είναι να δημιουργηθεί μια νέα σχέση μαζί της.
Να μπορεί να κρατήσει κάτι προσωπικό όχι επειδή φοβάται, αλλά επειδή επιλέγει.
Να μπορεί να μοιραστεί όχι επειδή χρειάζεται να αποδείξει την αξία του, αλλά επειδή αισθάνεται ασφαλής.
Η ωρίμανση των ορίων ξεκινά από μια βαθύτερη ερώτηση:
«Μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου χωρίς να χρειάζεται να κρύβω τον εαυτό μου;»
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της θεραπείας: στη μετακίνηση από την έκθεση προς την παρουσία.

Από το «με βλέπουν και κινδυνεύω» στο «με βλέπουν και μπορώ να παραμένω ο εαυτός μου».



Σχόλια