top of page
Αναζήτηση

Η πανοπλία της ευθύνης και η γλώσσα του σώματος


Το άγχος μιλά τη στιγμή του «όχι».


Συχνά συναντάμε νέες γυναίκες που λειτουργούν άψογα στην καθημερινότητά τους. Είναι υπεύθυνες, παρούσες, διαθέσιμες. Αναλαμβάνουν πολλά, αντέχουν ακόμη περισσότερα και σπάνια ζητούν βοήθεια. Εξωτερικά μοιάζουν δυνατές. Εσωτερικά, όμως, αυτή η δύναμη έχει κόστος.


Η ευθύνη, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι απλώς στάση ζωής. Λειτουργεί σαν πανοπλία. Προστατεύει από την αβεβαιότητα, από τον φόβο της απόρριψης, από το ενδεχόμενο να μην είναι αρκετή. Όσο περισσότερο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων, τόσο περισσότερο διασφαλίζει τη θέση της μέσα στις σχέσεις της.


Η πανοπλία αυτή χτίζεται συνήθως νωρίς. Εκεί όπου η αποδοχή δεν ήταν δεδομένη, η γυναίκα μαθαίνει να υπάρχει μέσα από το «κάνω», το «προσφέρω», το «αντέχω». Το «όχι» δεν βιώνεται ως δικαίωμα, αλλά ως ρίσκο. Σαν κάτι που μπορεί να διαταράξει τη σχέση.


Κι όμως, όταν το «όχι» τελικά λέγεται, το σώμα δεν μένει αμέτοχο.


Το χέρι ανεβαίνει στο κεφάλι.

Τα μάτια κλείνουν.

Η κίνηση θυμίζει την αποκαμωμένη γυναίκα που δεν έχει άλλο χώρο να κρατηθεί.


Όχι πριν από το «όχι», αλλά αμέσως μετά. Σαν να χρειάζεται το σώμα να απορροφήσει το βάρος μιας πράξης που για εκείνη δεν είναι αυτονόητη. Το όριο τέθηκε, αλλά το κόστος του εγγράφεται σωματικά.


Μαζί με το άγχος, συχνά εμφανίζεται και μια βαθιά αμηχανία. Η γυναίκα βιώνει το «όχι» σαν παραδοχή λάθους. Σαν να αναγνωρίζει ότι κάτι έκανε λάθος πριν: ότι υπερεκτίμησε τις αντοχές της, ότι υποσχέθηκε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε, ότι δεν υπολόγισε σωστά. Η αμηχανία αυτή δεν αφορά το παρόν, αλλά την εσωτερικευμένη απαίτηση να είναι πάντα συνεπής, σωστή, προβλέψιμη.


Το «όχι» τότε δεν ακούγεται μόνο ως όριο, αλλά και ως απολογία. Συνοδεύεται από την ανάγκη να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί, να μετριαστεί. Σαν να χρειάζεται να αποδείξει ότι δεν σφάλει ως πρόσωπο, αλλά απλώς «δεν μπορεί αυτή τη φορά».


Σε αυτές τις στιγμές, το άγχος δεν προηγείται του λόγου — τον ακολουθεί. Η φωνή χαμηλώνει, η γλώσσα ως όργανο χαλαρώνει, ο ρυθμός της ομιλίας αλλάζει. Όχι επειδή η γυναίκα δεν ξέρει τι λέει, αλλά επειδή δεν έχει ακόμη συνηθίσει να στηρίζει την επιθυμία της χωρίς την πανοπλία της ευθύνης.


Η ομιλία γίνεται πιο επίπεδη, λιγότερο στηριγμένη.

Το σώμα φαίνεται να αποσύρεται ελαφρά, σαν να χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει.

Αυτή η σωματική αντίδραση δεν είναι αποδιοργάνωση, αλλά τρόπος ρύθμισης.

Το «όχι» εισάγει απόσταση — και το σώμα χρειάζεται να τη διαχειριστεί.


Η δυσκολία, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στο να ειπωθεί το «όχι», αλλά στο να αντέξει η γυναίκα ότι το είπε χωρίς να αισθάνεται ότι απέτυχε. Να μπορέσει να διαχωρίσει το όριο από το λάθος και την ανάγκη από την ανεπάρκεια.


Η θεραπευτική διαδικασία δημιουργεί έναν χώρο όπου η πανοπλία της ευθύνης μπορεί σταδιακά να χαλαρώσει. Όχι για να χαθεί η λειτουργικότητα, αλλά για να προστεθεί η επιλογή. Έναν χώρο όπου το σώμα και ο λόγος μπορούν να συγχρονιστούν, ώστε η επιθυμία να μη χρειάζεται να εκφράζεται μόνο μέσα από την κόπωση.


Γιατί το «όχι» δεν είναι μόνο λέξη.

Είναι πράξη.

Και χρειάζεται χρόνο για να πάψει να βιώνεται ως λάθος.

 
 
 

Σχόλια


© 2025 - Panagiota Bounti

bottom of page